βουκέφαλος

βουκέφᾰλος, ον,
A bull-headed, epith. of Thessalian horses,

τὸν βουκέφαλον καὶ κοππατίαν Ar.Fr.42

, cf. 41.
2 = τρίβολος, Ps.-Dsc. 4.15.
3 βουκέφαλον, τό, = foreg., IG2.736B11, Chron.Lind.C.114.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βουκέφαλος — bull headed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκέφαλος — ο (Α βουκέφαλος) νεοελλ. αυτός που έχει μεγάλο κεφάλι, ο κεφάλας αρχ. 1. επίθ. άλογο της Θεσσαλίας με μεγάλο κεφάλι 2. ως ουσ. το βουκέφαλον* …   Dictionary of Greek

  • βουκέφαλον — βουκέφαλος bull headed masc/fem acc sg βουκέφαλος bull headed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκεφάλοις — βουκέφαλος bull headed masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκεφάλου — βουκέφαλος bull headed masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκεφάλους — βουκέφαλος bull headed masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκεφάλων — βουκέφαλος bull headed masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκεφάλῳ — βουκέφαλος bull headed masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκέφαλα — βουκέφαλος bull headed neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκέφαλε — βουκέφαλος bull headed masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκέφαλοι — βουκέφαλος bull headed masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.